Τόκιο

Τόκιο
Πόλη (11.680.282 κάτ.) της κεντρικής Ιαπωνίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού Χονσού, πρωτεύουσα του κράτους και του ομώνυμου νομού (2.166 τ. χλμ.). Βρίσκεται στη βόρεια ακτή του ομώνυμου κόλπου, στα όρια της Πεδιάδας Καντό, και απλώνεται προπάντων στη δεξιά όχθη του ποταμού Αρά. Το όνομά του, που σημαίνει πρωτεύουσα της Ανατολής, είναι πρόσφατο: χρονολογείται από την εποχή της παλινόρθωσης Μεϊτζί (1868) όταν, αφού έγινε πρωτεύουσα της ενωμένης αυτοκρατορίας, η ονομασία αντικατέστησε την προηγούμενη Έντο (ή Γέντο), δηλαδή ποταμόκολπος. Αλλά η προέλευση της Έντο είναι παλαιότερη, χρονολογούμενη από τα τέλη του 12ου αι. Ήταν μια μικρή πολίχνη, που πήρε κάποια σημασία μόνο μετά το 1457, όταν χτιστηκε εκεί ένα φρούριο. Η πόλη πήρε τέτοια ταχύτατη και απρόβλεπτη ανάπτυξη, ώστε, ήδη το 1787, με περίπου 400.000 κατ., έγινε μία από τις πολυανθρωπότερες πόλεις του κόσμου. Ο σεισμός του 1923 προκάλεσε κι εδώ, όπως και στη Γιοκοχάμα, την ολοκληρωτική σχεδόν καταστροφή της πόλης. Αφού ανοικοδομήθηκε και ανανεώθηκε εντελώς, το 1932 εξαπλώθηκε ενσωματώνοντας διάφορα περιφερικά κέντρα. Κατά την περίοδο του τελευταίου πολέμου υπέστη σοβαρότατες καταστροφές, από τις οποίες όμως ανέλαβε σε διάστημα μικρότερο των 8 ετών. Ο κεντρικός πυρήνας της πόλης διαιρείται σε 2 τομείς: τη Γιαμάτα ή άνω πόλη, έδρα των κυριότερων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, που εκτείνεται σε προσχωσιγενές έδαφος, και τη Σιταμάτσι ή κάτω πόλη με βιομηχανικό και εμπορικό χαρακτήρα, που χτίστηκε σε έδαφος το οποίο, 3 μόνο αιώνες πριν, καλυπτόταν από χαμηλή λιμνοθάλασσα, η οποία σχηματιζόταν ή εξαφανιζόταν ανάλογα με τις παλίρροιες και την εποχική εξέλιξη της στάθμης του ποταμού. Οι άλλες συνοικίες εκτείνονται γύρω από τον κεντρικό πυρήνα όσο φτάνει το μάτι, ώσπου συνδέονται, χωρίς σχεδόν διακοπή της συνέχειας, με τις γειτονικές πόλεις Καβασάκι, Γιοκοχάμα, Ιτσικάβα, Καβαγκούτσι και, σε αντίθεση προς τον κεντρικό πυρήνα, αποτελούνται σχεδόν αποκλειστικά από ξύλινα σπιτάκια με κήπους, που είναι βυθισμένα σε δαίδαλους μικρών ανώνυμων δρόμων, όπου ο προσανατολισμός είναι αρκετά δύσκολος, πολύ περισσότερο γιατί τα σπίτια δεν έχουν αριθμούς. Οι αστικές συγκοινωνίες διεξάγονται με σιδηρόδρομο (μετρό), που περιλαμβάνει διάφορες γραμμές, καθώς και με τραμ και λεωφορεία. Αρκετά σημαντικές είναι και οι υδάτινες οδοί του εσωτερικού της πόλης: 84 από τις 175 διώρυγες είναι πλωτές και έχουν πάντοτε πυρετώδη κίνηση. Πάνω από 50 σιδηροδρομικοί σταθμοί διευκολύνουν την κίνηση των ταξιδιωτών και των εμπορευμάτων προς κάθε κατεύθυνση της χώρας, ενώ ένα πυκνότατο οδικό δίκτυο περιβάλλει την πόλη με ομόκεντρους κύκλους, που διακόπτονται από αρτηρίες οι οποίες εκτείνονται ακτινοειδώς. Στα νότια περίχωρα της πόλης, σε μια εκτεταμένη προσχωσιγενή πεδιάδα, που σχηματίζεται από τις εκβολές του ποταμού Τάμα, βρίσκεται το απέραντο αεροδρόμιο Χανέντα, ένα από τα σημαντικότερα του κόσμου, υποχρεωτικός σταθμός απειράριθμων τοπικών και διεθνών γραμμών. Το λιμάνι του T., μολονότι αρκετά μεγάλο, εξαιτίας του μικρού βάθους του δεν μπορεί να φιλοξενήσει πλοία μεγάλης χωρητικότητας. Η πραγματική διέξοδος του Τ. στη θάλασσα είναι η Γιοκοχάμα, που βρίσκεται περίπου 30 χλμ. ΝΔ, με την οποία η πρωτεύουσα συνδέεται μέσω σιδηροδρομικών γραμμών, οδών και ενός αυτοκινητόδρομου. Εξαιτίας της θαυμάσιας θέσης της στο κέντρο της χώρας, στη διασταύρωση ζωτικών συγκοινωνιακών αρτηριών κάθε είδους και όχι μακριά από τις κυριότερες πηγές ηλεκτρικής ενέργειας, το Τ. κατέχει σημαντική θέση στη βιομηχανική παραγωγή, ιδιαίτερα στους τομείς υφαντουργίας, μεταξουργίας, υαλουργίας, χημικών προϊόντων, μεταλλομηχανουργίας, σιδηρουργίας, ελαστικών, πορσελλάνης, καυσίμων και παιχνιδιών· σημαντικά επίσης είναι και τα ναυπηγεία. Ο πύργος Έντο, που έγινε Γκοσό Κιουτζό, δηλαδή αυτοκρατορικό ανάκτορο, βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα της συνοικίας Τσιγιόντα, στο αρχαιότερο σημείο της πόλης. Αποτελείται από ένα κεντρικό κτίριο, που χτίστηκε το 1888 και περιβάλλεται από αναρίθμητα κιόσκια, αρκετά παλαιότερης κατασκευής, τα οποία βρίσκονται σε ένα πάρκο χιλίων στρεμμάτων, που περιβάλλεται από τείχη με πύλες και πύργους οι οποίοι προβάλλουν επάνω σε βαθιά τάφρο, στην οποία υπάρχουν πολυάριθμες γέφυρες. Η σημαντικότερη οδός της πόλης είναι η λεγόμενη Γκίνζα, μια μεγάλη λεωφόρος γεμάτη πολυτελή καταστήματα, θέατρα, κινηματογράφους και κέντρα διασκέδασης κάθε τύπου. To T. είναι πλουσιότατο σε πάρκα: από αυτά, τα περιφημότερα είναι το Ουένο, μέσα στο οποίο βρίσκονται το Εθνικό Μουσείο, το Μουσείο Επιστημών και η Πινακοθήκη, καθώς και τα δύο πάρκα Μεϊτζί, αφιερωμένα στον πρώτο αυτοκράτορα. Τα πάρκα περιβάλλρυν κατά το μεγαλύτερο μέρος ναούς ή μαυσωλεία σημαντικών ιστορικών προσώπων. Οι ναοί είναι πολυάριθμοι, αλλά σχετικά πρόσφατης κατασκευής, παρά το ότι η χρονολογία ίδρυσης μερικών από αυτούς χρονολογείται από τους πρώτους αιώνες π.Χ. · τα αρχικά κτίρια καταστράφηκαν μέσω των αιώνων, από πυρκαγιές ή σεισμούς. Μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο της χώρας, το Τ. έχει διάφορες πανεπιστημιακές σχολές, μερικές από τις οποίες προορίζονται αποκλειστικά για τις γυναίκες. Μερική άποψη του Τόκιο απο αεροπλάνο. Ο ναός του αυτοκράτορα Μεϊτζι. Η Εθνική Τράπεζα της Ιαπωνίας σε κεντρική συνοικία του Τόκιο. Η πρωτεύουσα της Ιαπωνίας, Τόκιο και η οροσειρά Φούτζισαν. Τόκιο, πάρκο αναψυχής Fujiyama, το οποίο έχει καταγραφεί στο βιβλίο ρεκόρ Γκίνες ως το ψηλότερο βυθιζόμενο τρενάκι λούνα-πάρκ (φωτ. ΑΠΕ). Αεροφωτογραφία του υπό κατασκευή σταδίου Kobe, στο Τόκιο, για το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου του 2002 (φωτ. ΑΠΕ). Άποψη του Τόκιο με το βουνό Φούτζι στο βάθος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • Τάνγκε, Κέντζο — (Τόκιο 1913). Ιάπωνας αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Ο Τ. προσπαθεί να συμφιλιώσει την ιαπωνική οικοδομική παράδοση με τις αισθητικές και κοινωνικές αντιλήψεις της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Επηρεασμένος βαθιά από την ορθολογιστική ποιητική του Λε… …   Dictionary of Greek

  • Οόκα, Σοχέι — (Τόκιο 1909). Ιάπωνας συγγραφέας. Δημοσιογράφος και μελετητής της γαλλικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα του Σταντάλ (του οποίου έκανε μερικές μεταφράσεις). Κατατάχτηκε στον στρατό το 1944 και στάλθηκε στις Φιλιππίνες. Το 1945 αιχμαλωτίστηκε και… …   Dictionary of Greek

  • Χαρουνόμπου, Σουζούκι — (Τόκιο 1724 – 1770). Ιάπωνας ζωγράφος. Ήταν μαθητής του Σιγκενάγκα και επηρεάστηκε από τα έργα του Σουκενόμπου και του Τοϋνόμπου. Η σημαντικότερη ανανεωτική εργασία του σημειώνεται στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, κατά τη λαμπρότερη περίοδο… …   Dictionary of Greek

  • Χιροχίτο — (Τόκιο 1901 – 1989). Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Γιος του αυτοκράτορα Γιοσιχίτο (εποχή Ταϊσό, δηλαδή της μεγάλης τιμιότητας), ανέβηκε στον θρόνο τον Δεκέμβριο του 1926 εγκαινιάζοντας την εποχή Σόουα (δίκαιης ειρήνης). Ο X., του οποίου το όνομα… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • αεροναυτική — Σύνολο πειραματικών δεδομένων, τεχνικών εφαρμογών και ποικίλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με τις συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετακινείται μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα με συσκευές που κατασκευάζονται γι’ αυτό τον σκοπό. Τo… …   Dictionary of Greek

  • τζούντο — Τεχνική αθλητικής πάλης, εθνικό άθλημα της Ιαπωνίας. Το τ. είναι έργο του Τζιγκόρο Κάνο, καθηγητή στο Τόκιο, που αφού παρακολούθησε την τεχνική του τζου τζίτσου, έθεσε τις βάσεις του νέου αθλήματος, το οποίο και δίδαξε σε ειδική σχολή που ίδρυσε… …   Dictionary of Greek

  • Ουταμάρο — (Utamaro, Καουαγκόε, Μουσάσι 1753 – Έντο, σημερινό Τόκιο 1806). Ιάπωνας ζωγράφος και χαράκτης. Όπως ο Μορονόμπου, ο Χοκουζάι και άλλοι, ήταν και εικονογράφος βιβλίων επιστημονικών εκλαϊκευτικών ή ρομαντικής λογοτεχνίας, αλλά κυρίως ερωτικών.… …   Dictionary of Greek

  • Σόργκε, Ρίχαρντ — (Sorge). Σοβιετικός μυστικός πράκτορας (Μπακού 1895 Τόκιο 1944). Ο Σ. θεωρείται ένας από τους πιο επιδέξιους μυστικούς πράκτορες όλων των εποχών. Ήταν γιος Γερμανού μηχανικού και μιας Ρωσίδας και το 1899 έφτασε, με την οικογένεια του στο Βερολίνο …   Dictionary of Greek

  • Τοκουγκάβα — Ιαπωνική οικογένεια, η οποία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιαπωνικής ιστορίας. Με τον θάνατο του αυτοκράτορα Τογιοτόμι Χιντεγιόσι (1598), έπρεπε να τον διαδεχτεί στην εξουσία κατά τις οδηγίες του, ο μικρός γιος του Χιντεγιόρι, με τη …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”